Πόθος (του Σωτήρη Ζήκου)

7387 pothos

Άπαξ και νιώσει κανείς τη δύναμη του να προκαλεί τον πόθο… είναι πολύ δύσκολο να αντισταθεί σε αυτήν τη δύναμη, είτε είναι το αντικείμενο είτε το υποκείμενο του πόθου. Ακόμα κι αν πρόκειται για μια ανάρμοστη σχέση, όπως ας πούμε, μεταξύ μιας λολίτας (όπως του Ναμπόκοφ) και ενός μεγάλου σε ηλικία άντρα. Στην οποία σχέση ο μεν άντρας είναι θύμα του πόθου του αλλά και η λολίτα γίνεται θύμα της δύναμης να ασκεί επιρροή πάνω στον άντρα του οποίου τον πόθο προκαλεί.

Η σεξουαλική επιθυμία σαν γενετήσια ορμή διεγείρεται από μια πιεστική σωματική ανάγκη (ίσως ορμονική) και ένα εξωτερικό ερέθισμα που την προκαλεί (ένα ελκυστικό αντικείμενο του πόθου). Όπως, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει με την πείνα. Αυτό συμβαίνει και σ’ ένα σκύλο. Η ερωτική διαδικασία όμως, που διαχειρίζεται τον πόθο του άλλου και του εαυτού είναι μια εντελώς άλλη ιστορία.

Το σεξ, σαν μια διαδικασία του «κάνουμε σεξ» έχει ένα τέλος, με τη διπλή έννοια του όρου: ένα σκοπό και ένα the end.  Είναι η συμμετοχή στο «έλα να ερεθιστούμε, να διεγείρουμε τον πόθο ο ένας του άλλου και του ενός προς τον άλλον και να τον ικανοποιήσουμε, ώσπου να φτάσουμε σε οργασμό» (που είναι ένα είδος ανακούφισης από τον ερεθισμό) είτε για να αντλήσουμε απλώς ηδονή από αυτήν τη διαδικασία είτε και για να τεκνοποιήσουμε.

Το «έλα να φιληθούμε, έλα να αγκαλιαστούμε, έλα να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο, έλα να πλαγιάσουμε μαζί, έλα να αγαπηθούμε ή και να κοιμηθούμε μαζί» είναι κάτι άλλο: μια διαδικασία που εκφράζει την ερωτική επιθυμία του να είσαι με τον άλλον, να γίνεις ένα με τον άλλον, να αφομοιωθείς με τον άλλον, να γεμίσεις από τον άλλο και να γεμίσεις τον άλλον, να αγαπήσεις τον άλλον και να σε αγαπήσει ο άλλος, που είναι κατά κάποιον τρόπο αυτοσκοπός, είναι η “τρέλα του έρωτα”. Είναι αυτό που συμβαίνει απροκάλυπτα στην ταινία «Η αυτοκρατορία των αισθήσεων» (1976) του Ναγκίζα Όσιμα, που ενώ ξεκινάει σαν μια σχέση καθαρά σεξουαλική που επιδιώκει την ηδονή, ξεπερνάει τα όρια και καταλήγει στη δίχως τέλος ερωτική επιθυμία του ενός προς τον άλλον. Σ’ ένα συνεχές δόσιμο, μέχρις εσχάτων. 

Αν μιλάμε για σεξουαλική διέγερση, που επιζητά να ανακουφισθεί, τότε μιλάμε για έναν πόθο τυφλό που μπορεί να βρει ικανοποίηση με οποιοδήποτε αντικείμενο, από τον αυνανισμό, τη χρήση κάποιου εργαλείου ή με οποιονδήποτε παρτενέρ ανεκτό (με τα μάτια ανοιχτά), νέο, ενήλικα, γέρο, του άλλου ή του ιδίου φύλου, συγγενή τρίτου ή δευτέρου ή πρώτου βαθμού ή ακόμη και ξένο. Με οποιονδήποτε άλλον. Αν μιλάμε για ερωτική έλξη/διάθεση, τότε μιλάμε για την επιθυμία.. για τον πόθο του να είσαι με το άλλο πρόσωπο όσο συχνότερα γίνεται μαζί και να σου φαίνονται όλα υπέροχα μαζί του, να θέλεις να είσαι συνέχεια μαζί του,είτε πραγματικά είτε νοερά, να νιώθεις Εμείς.. να σου λείπει. Όταν η ερωτική αυτή έλξη είναι έντονη, γίνεται πάθος. Τότε έχουμε μια “γενική επιστράτευση” όλων των συναισθημάτων (θετικών και αρνητικών) και των ενορμήσεων και μια σχεδόν ψυχαναγκαστική διεκδίκηση, συνειδητή ή ασυνείδητη, για απόλυτη εκούσια/ακούσια υποταγή στον άλλον και μια απόλυτη εκούσια/ακούσια υποταγή του άλλου.

Για τους αρχαίους Έλληνες ο Πόθος δηλώνει την επιθυμία για το πλάσμα που είναι απόν, ενώ ο Ίμερος δηλώνει την επιθυμία για αυτό που είναι παρόν. O ερωτευμένος είναι τυφλός από τον πόθο, για αυτό δεν μπορεί να θυμηθεί με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά της αγαπημένης του. Zει στην εκθαμβωτική μεριά του έρωτα, γι’ αυτό και δεν μπορεί να δει καλά.

Η ταινία «Ερασιτέχνης ζιγκολό» του Τζον Τορτούρο δεν είναι μόνο και τόσο μια ρομαντική ταινία,  στην ουσία είναι μια πολύ οξυδερκής και σκληρή κωμωδία, που θα μπορούσε να είναι η καλύτερη και η πιο προχωρημένη του Γούντι Άλεν, γι’ αυτό ίσως πρωταγωνιστεί. Σκεφτείτε τα δεδομένα: η πρώτη και καλύτερη πελάτισσα του ζιγκολό Τορτούρο, που την παίζει η Σάρον Στόουν είναι μια όμορφη και επαγγελματικά επιτυχημένη γυναίκα και πλούσια και ανεξάρτητη και παρόλο που είναι παντρεμένη, είναι επίσης και συναισθηματικά, ερωτικά καλυμμένη, καθώς έχει μόνιμη φίλη / ερωμένη, πανέμορφη και πλούσια και παντρεμένη κι αυτή (την ερμηνεύει η Σοφία Βεργκάρα). Αυτές οι δύο γυναίκες δεν είναι ανέραστες, δεν είναι μίζερες, δεν είναι απατημένες, τα έχουν όλα και οι δύο και επιζητούν ωστόσο κι έναν πληρωμένο εραστή, που θα τους προσφέρει και κάτι επιπλέον, σαν το κερασάκι στην τούρτα.. τα έχουν όλα και θέλουν και άλλα. Κι αυτό δεν είναι για γέλια ούτε για δράματα. Απλώς έτσι είναι!

Η παράλληλη σχέση είναι σχέση, γιατί έχει διάρκεια. Το περιστασιακό σεξ δεν είναι σχέση. Οπότε αν κάνουμε παράλληλη σχέση, σημαίνει ότι δεν μας επαρκεί η σχέση που έχουμε και, χωρίς να θέλουμε να τη χαλάσουμε, κάνουμε και άλλη μία, συμπληρωματική. Το περιστασιακό σεξ σημαίνει πως δεν θέλουμε άλλη σχέση, αλλά “συμπληρώματα” σεξ. Όπως έλεγε η σύζυγος του Σοπράνο, στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά, «Δεν με πειράζει αν πηδάει περιστασιακά τη μια και την άλλη, ούτε με πόσες πάει, αυτό είναι σαν να αυνανίζεται κι εμένα με αφήνει ήσυχη που δεν έχω πάντα όρεξη… Μόνιμη σχέση δεν θέλω να κάνει.»

Το ζήτημα της μη αποκλειστικότητας σε μία μόνο σχέση ερωτικής συντροφικότητας το θίγει επί της ουσίας το βιβλίο του Alain de Botton «πώς να σκεφτόμαστε περισσότερο το σεξ» σε κάποιο κεφάλαιο. Έχουμε φορτώσει, λέει, στην εποχή μας με αβάσταχτο φορτίο το ρόλο του ενός μόνο και αποκλειστικού συντρόφου σε μια μονογαμική σχέση: να μας καλύπτει συντροφικά, συναισθηματικά, οικογενειακά, φιλικά, σεξουαλικά, κοινωνικά, συνεργατικά.. σε όλα. Ε δεν γίνεται!

Και από την άλλη δεν είναι όλοι για όλα, δεν είναι οι περίπλοκες σχέσεις για όλους. Κάποιοι δεν μπορούν να τα καταφέρουν ούτε καν με μία συντροφική σχέση.. και είναι καλύτερα να είναι μόνοι.. Και άλλοι, μπορούν να ισορροπήσουν και με δύο και με τρεις σχέσεις παράλληλα. Δεν μπορούν να είναι όλοι Μαρλένε Ντίντριχ, ούτε Μάρλον Μπράντο ούτε Λου Αντρέας-Σαλομέ ούτε Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ούτε Αριστέλης Ωνάσης. Ούτε Ναστάζια Φιλίπποβνα (στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι) ούτε Δον Ζουάν (του Μολιέρου) ούτε Ντον Τζιοβάνι (η όπερα του Μότζαρτ)… Πώς να το κάνουμε δηλαδή!

Αλλά γιατί στα λέω όλα αυτά!

Με αφορμή την παράσταση του έργου «Παράνομη οδήγηση» της Πάολας Βόγκελ από το ΚΘΒΕ. Ξαναδιάβασέ το.