Γιάννης Περδίκης

5414 giannis perdikis

Έγραψε το θεατρικό έργο «Δε μετρώ» που ανεβαίνει στο Θέατρο Έξω από τα Τείχη σε σκηνοθεσία Γιώργου Νεράντζη με την Λένα Πετροπούλου και τον  Γεώργιο Δερνίκα. Ο Γιάννης Περδίκης μίλησε στον Σωτήρη Ζήκο.

Πώς προέκυψε  αυτό το κείμενο; Το πρόσχημα ήταν η πρόσκληση σε ένα φεστιβάλ στην Αλβανία! Οι καταστάσεις και οι εικόνες που περιέχονται στο έργο με κατοικούσαν χρόνια και έτσι η αποτύπωση στο χαρτί έγινε γρήγορα. Ο ρόλος του άνδρα  γράφτηκε το 2012 και παρουσιάστηκε στην Κορυτσά με τον ηθοποιό Bedri Hoxha, στα ελληνικά όπου και βραβεύτηκε. Το ίδιο συνέβη και το 2013 και 2014 όπου δόθηκαν παραστάσεις στα Σκόπια και στο Κόσσοβο και με το κείμενο μεταφρασμένο από τον Bedri, στα Αλβανικά. Το καλοκαίρι του 2014 συμπληρώθηκε και ο γυναικείος ρόλος με στόχο να παρουσιασθεί στο Θέατρο Έξω από τα Τείχη.

Ποια είναι η ιστορία και τα πρόσωπα; Το κείμενο μέσω δύο προσώπων, ενός άνδρα και μιας γυναίκας αναφέρεται στην μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, στην ανάγκη του να ‘ξεχωρίσει’ ανάμεσα σε βιομηχανικά προϊόντα- προϊόντα τεχνολογίας- τον πολυδιάστατο και σπασμωδικό του τρόπο. Τον τρόπο που ζει και αντιλαμβάνεται την αυτοεικόνα του, τον εαυτό του, τις ιδέες και τις αξίες που του δημιουργούν σύγχυση και που ίσως δεν πολυκαταλαβαίνει, από τις οποίες όμως καλείται να πάρει, να δανειστεί κάθε φορά μια ‘νέα’ ταυτότητα. Να συμμετέχει… Αναφέρεται στον βομβαρδισμό απ’ τα ‘μέσα’… από την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να συναινεί σιωπηρά σ’ αυτό, προκειμένου να ‘μοιάζει’ σ’ όλους τους υπόλοιπους. Η αγωνία για την επικοινωνία και την αίσθηση του ανήκειν καταντά για τους ήρωες του έργου ανυπόφορη και καλούνται να προχωρήσουν, να αλλάξουν, αν αυτό μπορεί να συμβεί.  

«Τα πέταξα όλα! Από μαθήτρια του κολλεγίου με γλώσσες, χειροτεχνίες, κεντήματα, κιθάρα, υποπτευόμουνα ότι αυτή η κουρδισμένη μετρημένη ζωή δεν ήταν για μένα. Δεν μπορούσα να ζήσω πλακωμένη από την πέτρα του  καθωσπρέπει, υποταγμένη σε ψέματα και καταπατημένες αξίες ενός κόσμου πεθαμένου, μικροαστικού, άταφου… και όταν σε έχασα, πήρα τη μεγάλη απόφαση! ..  Αψήφησα τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις, τι θα πει ο κόσμος χαχαχα, η ζωή είναι γιορτή  και στις θεότητες προσφέρω τα δικά μου τάματα, τις δικές μου προσευχές έξω στον αέρα, στον ελεήμονα ουρανό! Δεν ανήκω σε κανέναν και σε τίποτα. Δε φυλακίζομαι άλλο πια, μόνο σε μάτια ζωντανά, που μου φωνάζουν έλα, πέτα, ζήσε! Τα μάτια, τα καθαρά,  τα λυπημένα, τα λαμπερά, τα μάτια του γέρικου σκυλιού στο σταθμό! » 

Τι σημαίνει ο τίτλος λέει «Δε μετρώ»; «Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι, ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι»  γράφει στην «Ασκητική» ο Νίκος Καζαντζάκης. Αυτό θεωρούν ότι προσεγγίζουν τα δύο πρόσωπα του έργου έχοντας την πεποίθηση ότι παραβιάζουν τα κοινωνικά στερεότυπα και τις συμβάσεις. Όμως αυτό που περισσότερο επιτυγχάνουν είναι να μην ‘υπολογίζουν’, να μην γίνονται άλλο ένα στατιστικό κοινωνικό δείγμα και μόνο, αντιλαμβάνονται ότι δεν αποτελούν ένα ακόμη ανταλλάξιμο ωφελιμιστικό ‘αντικείμενο’.

Παρακολούθησες τις πρόβες και παρενέβης στη σκηνοθετική προσέγγιση και στην απόδοση των ρόλων από τους ηθοποιούς; Ναι, παρακολούθησα πολλές από τις πρόβες, χωρίς παρεμβατικότητα στο έργο του σκηνοθέτη. Ανατέθηκε η σκηνοθεσία στο Γιώργο Νεράντζη που προσέγγισε το έργο με βαθιά γνώση και ευαισθησία και τον ευχαριστώ πολύ για αυτό.  Χαίρομαι που είναι πριν απ’ όλα φίλος μου. Αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό ώστε να μην επιθυμούμε να δημιουργήσουμε ‘ξανά’ έναν υπεράνθρωπο ‘ρόλο’ ή άλλη μια απίθανη παράσταση, παρά μόνο να αφουγκραστούμε από την αρχή το εντελώς επίκαιρο πάντα ζήτημα, της αποστολής του Θεάτρου, του ηθοποιού και του κειμένου στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Σας παραθέτω εδώ την προσέγγιση του Γιώργου Νεράντζη για το έργο:
«Με υπαρξιακές συνυποδηλώσεις, παραπομπές στις «Μύγες» όπως πιστεύω, αλλά και στο «Κεκλεισμένων των θυρών» του Σάρτρ, ‘αιρετικό’, ανατρεπτικό και παραδοσιακά απροσχημάτιστο το «Δε μετρώ» αποστασιοποιείται και ‘στυλιζάρει’… με μια μη ρεαλιστική εκφορά κάποιου τύπου Μπεκετικού λόγου, καθώς τα μη συμβατικά στοιχεία του σκηνικού χώρου, (ένας καναπές, παγκάκι σταθμού, ένα ‘μπαούλο’) συμβάλουν μάλλον σε μια θεατρική δημιουργία ‘αρχετύπων’. ‘Εικόνες’ και καθαρά σύμβολα περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μας… Οι δραματικές εντάσεις αφορούν περισσότερο μάλλον έναν εσωτερικό κόσμο δύο ‘έκπληκτων’ ηθοποιών που συμπάσχουν, αλλά και γνωρίζουν να ‘συντηρούν’ την αμηχανία, μαζί με το ανοιχτό ερώτημα, που απορούν στα αλήθεια. Μια αλήθεια που γίνεται άσβεστη ζωτικότητα και ένα αεικίνητο σώμα -εργαλείο- όργανο εκφοράς αυτής της ‘αλήθειας’ τους. Πράξεις από σώμα, λόγο, ‘μάσκα’, από ‘χέρια’… μέσα, και μαζί, με ένα  κείμενο που ολοένα μοιάζει να μας αποκαλύπτει και αυτό τα ανοιχτά ερωτήματά του, δίχως να ‘δείχνει’ προς τίποτα. Ένα κείμενο ενός συγγραφέα, εκπροσώπου πιστεύω, του ‘θεάτρου ενός επίκαιρου και σύγχρονου παράλογου’, που αποδίδεται σε σκηνές ψηφίδες Οι ήρωες μας, γελούν… παίζουν ακόμη…, σαν παιδιά που ελπίζουν, που πάντα θα ελπίζουν και θα μεταδίδουν την χαρά της ζωής και αυτή την ελπίδα του… Γιατί ; Γιατί λένε και γράφουν ακόμη ημερολόγια και ποιήματα… κάνουν παράδοξες πράξεις και ενέργειες, όπως οι ερωτευμένοι…».

Ποιο ρόλο παίζει η «όψη», σκηνικά κοστούμια, φωτισμοί, σε αυτήν την παράσταση; Τα σκηνικά ‘σημαίνουν’ και αναφέρονται με έναν επίσης κάπως ‘παράδοξο’, ωστόσο πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, στα βασικότερα από τα ‘σύγχρονα’ αισθητικά ρεύματα. Εμείς, κυρίως όμως η συνεργάτις μας η Χρύσα (Μάντακα), αφήσαμε το κείμενο να μας επηρεάσει ελεύθερα σε κάτι που θα μας έκανε να ‘συμφωνήσουμε’… και να ‘χαρούμε’ από κοινού, σε κάτι που μέσα σε ένα κλίμα συνεργατικότητας και ενθουσιασμού μας έδινε ένα κάποιο βαθύτερο νόημα. Κάτι άγνωστο στην ουσία που παρουσίαζε και πρότεινε ο ένας στον άλλον και που αμέσως μετά, ως δια μαγείας θα ‘λεγα… ήταν ακριβώς αυτό που συμπλήρωνε και προχωρούσε με έναν μοναδικά ιδιαίτερο τρόπο, παρακάτω… το θαυμαστό ‘ίσως, την πορεία. Υπάρχει ένα ‘κελί’ στην παράσταση… τα κάγκελα έχουν γίνει από πολύχρωμους φωτοσωλήνες… Αυτό, όπως το διαβάζω, αποτελεί μια μοντέρνα αδιόρατη ‘φυλακή’… Είναι η ‘φυλακή’ μιας ‘καλογυαλισμένης’, μιας καλοστημένης κοινωνίας, όπου ο καθένας καθώς ‘αποκτά’ όλο και περισσότερα (πληροφορίες, αντικείμενα,) διαπιστώνει ξαφνικά πως δεν του ‘απέμεινε’ τίποτα, καμία χαρά. Η εντάσεις και το άγχος καταμαρτυρούν μια εντελώς αρρωστημένη σχέση μας με τον ‘χρόνο’. Το έργο αναφέρεται στα ρολόγια και το χρόνο… ‘Δε μετρώ’ θα μπορούσε να παραφραστεί ως δεν μετρώ ‘σωστά’…

Σύστησέ μας τους δύο ηθοποιούς της παράστασης. Πρόκειται για δυο ηθοποιούς  που θαυμάζω και που λατρεύουν αυτό που κάνουν. Περισσό ταλέντο, ακούραστοι ‘εργάτες’ με ενσυναίσθηση.  Δεν υπάρχουν λόγια… θα το δείτε και μόνοι σας…

«Δε μετρώ» στο Θέατρο Έξω από τα Τείχη