Για θεατρικές παραστάσεις (του Σωτήρη Ζήκου)

5025 gia theatrikes parastaseis tou sotiri zikou

(-) Που ενώ η καλύτερη θεατρική παράσταση-μονόλογος της 20ετίας «Μορφές από το έργο του Βιζυηνού» με την Άννα Κοκκίνου και σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη επιστρέφει, ένα σωρό μονόλογοι (λόγω low budget), χωρίς καν προφορικότητα λόγου και απεύθυνση, επιμένουν…

(-) Που στο «Γράμματα αγάπης στον Στάλιν» πέρα από τις δυνατές ερμηνείες και την ευρηματική σκηνοθεσία, δεν είδα τίποτα άξιο (δραματικού) λόγου σε αυτούς τους χαρακτήρες του έργου, αντίθετα εισέπραξα μια οικτρή εικόνα για τον χαρακτήρα του Μπουλγκάκοφ…

(-) Που «Τα 4 κοριτσακια του Picasso» παρότι είναι μια φρέσκια περφόρμανς που θα μπορούσε να συμπληρώνει μια έκθεση ζωγραφικής του Picasso (κατά προτίμηση μέσα σ’ ένα λαχανόκηπο, με τα ηχοχρώματα και τα σώματα να ερωτοτροπούν με τα χρώματα), δεν είναι θέατρο…

(+) Που στον «Φιλοκτήτη» ο Μαρμαρινός σκηνοθέτησε άψογα τον εαυτό του, δίνοντας έμφαση στο ρυθμό και τις χαμηλές εντάσεις στην εκφορά του λόγου του, για να κρατήσει αμείωτη την προσοχή του κοινού, αν και δεν κατάλαβα πάλι.. ποιο ήταν το θέμα; Ο απο-κλειστικός κόσμος των ανδρών, εν καιρώ πολέμου;

(+) Που στις «Θεσμοφοριάζουσες» ο Κιμούλης, που εζήλωσε τη δόξα του Λαζόπουλου και έβγαλε το άχτι του με όρους τηλεοπτικής σάτιρας, επικράτησε στα σημεία στον θεατράνθρωπο Κιμούλη που δεν διστάζει να εκτεθεί ξεγυμνώνοντας τον εαυτό του για την υπηρετήσει  την τέχνη του…

(-) Που εξακολουθούν να παράγονται και να περιοδεύουν παραστάσεις αρχαιοελληνικών έργων κάθε καλοκαίρι, με καλούς συντελεστές, σαν παραστάσεις συνόλου και να βρίσκουν ανταπόκριση στο κοινό, όπως οι φετινές «Τρωάδες» κι ας μοιάζει αυτό σαν εθιμοτυπικό κι όχι επιλογή ουσίας Διότι όταν έχεις δεις τις «Τρωάδες» με την Αλέκα Παΐζη, Εκάβη και την Φιλαρέτη Κομνηνού (που τώρα παίζει την Εκάβη) Ανδρομάχη και τη Λυδία Φωτοπούλου, Κασάνδρα, καταλαβαίνεις ότι διολισθένουμε από το βασιλικό επίπεδο στο… καθημερινό, στο οποίο δεν ανήκουν αυτοί οι ρόλοι.

(Έχει γραφτεί από πολύ σοβαρούς γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, μεταξύ αυτών και από τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ότι ο Αριστοτέλης, ναι αυτός που έγραψε περί τραγωδίας στην «Ποιητική», ζώντας στο λυκόφως της μεγάλης δραματουργίας, δεν αντιλαμβάνεται την ουσία της τραγωδίας, παρά μόνο αισθητολογικά. Πόσο μάλλον εμείς. Εξάλλου ο Τζορτζ Στάινερ έχει γράψει το περίφημο δοκίμιό του «Ο θάνατος της τραγωδίας». Έχουμε ένα σοβαρό ζήτημα εδώ και σε σχέση βέβαια με ένα σημερινό κοινό, το οποίο, ας πούμε, βλέπει έργα που διαδραματίζονται εν μέσω πολέμων, ενώ δεν γνωρίζει τι είναι πόλεμος, αληθινά, παρά μόνο από αναδρομικές αφηγήσεις.) 

(-) Που στους «Πέρσες» του ΚΘΒΕ ο χορός ήταν δυναμικός στη σκηνή, ενδιαφέρουσα η (σαν γιαπωνέζικο άνιμε) η ερμηνεία του Άκη Σακελλαρίου ως  Άτοσσα, έξυπνος ο συμβολισμός του γυμνού (βασιλιά) Ξέρξη και γενικά ήταν μια δουλεμένη παράσταση… αλλά και πάλι δεν κατάλαβα ποιο ήταν το θέμα.. που μας αφορά;

(Διότι οι τραγωδίες δεν είναι ψυχαγωγία, ούτε για να γελάς ούτε να κλαις, αλλά κάτι να διδαχτείς, «δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Αλλά αν δεν ξέρεις ποιο είναι το θέμα, το διακύβευμα, πώς να διδαχτείς και τι να διδαχτείς; Μια καλή περφόρμανς έστησαν πάλι σε σκηνές, όπου τα λόγια λειτουργούν περισσότερο σαν μια διαδοχή εξιστόρησης, στοιχειώδης, όπως στις όπερες, για να αναδειχθούν οι ερμηνείες και οι χορογραφίες, σαν καθαρές αισθητικές αξίες.)

(-) Που στις καλοκαιρινές παραστάσεις αρχαίων έργων, με προορισμό την Επίδαυρο, τα κριτήρια επιλογής και ανάγνωσης ενός έργου δεν είναι πια εμφανή και συζητάμε μόνο για επί μέρους επιδόσεις με αισθητικούς όρους καθαρού θεάματος -στον αέρα! Χωρίς θέμα αναφοράς.

(Στον «Φιλοκτήτη» το ζητούμενο είναι να κάνεις τον θεατή να ταυτιστεί με τον Νεοπτόλεμο που ταλανίζεται ανάμεσα σε δύο συμπεριφορές, ισχυρά αναγκαίες και οι δύο για ένα ιερό σκοπό και μετά οι θεατές να συζητάμε επ’ αυτού τι θα κάναμε σε μια ανάλογη περίπτωση και να θα προτιμούσαμε την πιο σίγουρη οδό του δόλου ή θα ρισκάραμε να πούμε ευθέως την αλήθεια… και όχι τι ωραία που έσερνε το πληγωμένο πόδι ο Μαρμαρινός και τι συμβόλιζε (την ηθική ταλάντευση;) το σκηνικό εύρημα με τις τραμπάλες. Αυτά είναι καλά για να κρατάνε την προσοχή του θεατή, μην βαρεθεί, αλλα πρέπει και να τον οδηγούν κάπου.)

(+) Που εν μέσω θερινών, πλουμιστών παραστάσεων, την έκπληξη έκανε το «Δώδεκα» στο Φουαγιέ του Βασιλικού Θεάτρου -αυτό είναι θέατρο, που σου κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον, έχει (12) ξεχωριστούς χαρακτήρες και σου διδάσκει σπουδαίες αξίες, όπως την αμεροληψία…

(-) Που περνάει μάλλον απαρατήρητο το επίτευγμα του Τσέζαρις Γκραουζίνις να σκηνοθετήσει την «Λυσιστράτη» όχι σαν σάτιρα (με θέση / άποψη εναντίον κάποιων) αλλά σαν θέατρο λιτό (λειτουργικό κι ευφρόσυνο) όπου «ο καθρέφτης στήνεται» για ν’ αναγνωρίσει το κοινό τον εαυτό του…