«Η ανερμάτιστη μαύρη τυχαιότητα της ύπαρξης» (Κριτική του Σπυρίδωνος Φίλκα – Φιλικού)

2379 i anermatisti mayri tyxaiotita tis yparksis kritiki tou spyridonos filka filikoy

Για την παράσταση «Ο Κουλοχέρης του Σποκέιν» του Μάρτιν ΜακΝτόνα: Όποιος ισχυρίζεται ότι η ζωή είναι κάτι το εύκολα και μονοδιάστατα ερμηνευόμενο, μόνον ως βλαξ, αφελής, ή – στην καλλίτερη των περιπτώσεων – άσχετος απέναντι στην ίδια τη ζωή κινδυνεύει να χαρακτηριστεί.

Στην παράσταση «Ο Κουλοχέρης του Σποκέιν» του Μάρτιν ΜακΝτόνα, που παίζεται σε σκηνοθεσία & μετάφραση του Νίκου Χανιωτάκη στο Αυλαία από 7 – 11 & 14 – 18 Μαΐου 2014, με πρωταγωνιστή τον Τάκη Σπυριδάκη και συμπρωταγωνιστές του τους: Ντάνη Γιαννακοπούλου, Νίκο Χανιωτάκη και Σαμουήλ Ακίνολα, μπορεί κάποιος να δει και κατόπιν να πεισθεί ότι οι άπειρες εκδοχές της πραγματικότητας μόνον ζάλη στην κατανόησή της – ιδίως σ’ όποιον τις προσεγγίσει με στεγανά και σταθερές αναφορές – μπορεί να προκαλέσει. 

Βεβαίως και είμαι πρόθυμος να δεχθώ την ένσταση του «Μα τι λέτε;  Εδώ μονάχα για φαντασία και δημιουργία μιλάμε κι όχι για πραγματική ζωή!»· όχι μόνον επικροτώντας θα την υποστηρίξω, αλλά και – υιοθετώντας την – θα την προεκτείνω έως το τελευταίο σημείο της έκτασής της, για να συναντήσω το ερμηνευτικό πεδίο και του συγκεκριμένου έργου, αλλά και όλων των περίεργων που συμβαίνουν σ’ αυτήν την πολύ ιδιάζουσα και σκοτεινή «υπόθεση» της ζώσας νοήμουσας έμβιας ύλης (κατά ορισμένους πάντοτε!) που λέγεται «ανθρώπινη ύπαρξη» και «άτομο μοναδικό στα χαρακτηριστικά του» – μέσα, βεβαίως, σε οργανωμένο κοινωνικό πλαίσιο και με ό,τι συνεπάγεται απ’ αυτή η διαδραστική σχέση.

Στον «Κουλοχέρη του Σποκέιν» ο Μάρτιν ΜακΝτόνα εξαρχής «εμφυτεύει» στο βάθος κάθε πιθανής λογικής – για οποιονδήποτε λόγο – συνδιαλλαγής «διανοητικές νάρκες» ρεαλιστικής παραδοξολογίας σε μια περίεργη μεν, απλή δε υπόθεση, την οποία κάνει να μοιάζει πολύ μ’ αυτό που στην κατάταξη των θεατρικών ειδών ονομάστηκε «Μαύρη – σκοτεινή για την ακρίβεια – Κωμωδία».  Το έργο γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία στο πρώτο του ανέβασμα στο Broadway, με πρωταγωνιστή τον βραβευμένο με Όσκαρ Κρίστοφερ Γουόκεν.

Όσα συμβαίνουν στο έργο, οι θεατές της παράστασης τα «πληροφορούνται» στον παρόντα, πραγματικό χρόνο των 90΄ λεπτών που κυλάει μέσα σ’ ένα δωμάτιο κακής ποιότητας ξενοδοχείου, σ’ ένα κλίμα ετερότητας των ηρώων σχεδόν σουρεαλιστικής· ο κεντρικός ήρωας του έργου, ο κύριος Καρμάικλ, που τον υποδύεται ο κύριος Τάκης Σπυριδάκης, είναι το πρόσωπο που, έχοντας χάσει κατά την παιδική του ηλικία και με τρόπο φρικτό και εντελώς αναίτιο από τον καρπό και κάτω το αριστερό του χέρι από μια ομάδα – άγνωστων σ’ αυτόν – αγελαδάρηδων σε μια τυχαία συνάντηση μαζί τους, «στήνει» τη μετέπειτα ζωή του στην αναζήτηση αυτού του άδικα ακρωτηριασμένου μέλους του, που – όπως λέει – το πήραν μαζί τους οι αγελαδάρηδες και τον αποχαιρέτησαν κουνώντας μάλιστα το ίδιο του, το δικό του, χέρι…

Συγκεκριμένα, οι αγελαδάρηδες – χωρίς καμία αιτία ή αφορμή – έβαλαν το χέρι του στις ράγες ενός τρένου που ερχόταν και που – τελικώς – πέρασε από πάνω του, εκτινάσσοντάς το μέτρα μακριά· ο ήρωας του Μάρτιν ΜακΝτόνα «κινεί» έσω και έξω το περιστατικό που αποτελεί τον κεντρικό και συμπυκνωμένο πυρήνα της θεατρικής προβληματικής του συγγραφέα.

 Οι θεατές «ζούνε» τον περίεργο θεατρικό στοχασμό του συγγραφέα, βλέποντας από την αρχή του έργου και σε σοφή χρονική εξέλιξη τον κεντρικό ήρωα, έναν réceptionniste ελαφρώς νευρωτικό και ένα περιθωριακό ζευγάρι με έναν άντρα έγχρωμο και μια λευκή κατάξανθη λαϊκή κοπέλα.  Τα πραγματικά περιστατικά που συμβαίνουν επάνω στη σκηνή είναι ελάχιστα.  Το ζευγάρι αποκαλύπτεται πως είχε υποσχεθεί στον Κουλοχέρη το χέρι του, που το έψαχνε για μια ζωή, έναντι αμοιβής πεντακοσίων δολαρίων· το ζευγάρι έχει παραδώσει ήδη πριν την έναρξη του έργου ένα χέρι στον κ. Καρμάικλ, που όμως – φευ! – δεν είναι το δικό του ακρωτηριασμένο χέρι. Αυτό είναι η αιτία και η αφορμή για όσα θα συμβούν επί σκηνής μεταξύ των τεσσάρων ετερόδοξων ηρώων…

Εγκαθιδρυμένη με ξεχωριστή μαεστρία από τον συγγραφέα, η – αφετηριακά αναπόφευκτη – αναμενόμενη θανάσιμη αντιπαλότητα μεταξύ του κεντρικού ήρωα και του ζευγαριού εκτυλίσσεται με τον Κουλοχέρη να πυροβολεί τον έγχρωμο άντρα, καθότι νοιώθει εξαπατημένος, αστοχώντας από πρόθεση.  Οι «εξηγήσεις» που παρέχονται από το «μικτό» φυλετικά (κι έχει τη σημασία του αυτό) νεαρό ζευγάρι των απατεωνίσκων στον Καρμάικλ;  Ότι – τάχα μου – κατά λάθος του έφεραν ένα άλλο χέρι και – μάλιστα – αφενός δεξί, αφετέρου έγχρωμο, και ότι το δικό του βρίσκεται πάνω από τον καταψύκτη του σπιτιού τους· φεύγοντας ο Καρμάικλ για το σπίτι του νεαρού ζευγαριού, τους «αιχμαλωτίζει» με χειροπέδες, αφήνοντας ένα σοβαρό ενδεχόμενο να τους κάψει ζωντανούς, εάν δεν βρει το χέρι του εκεί όπου του είπαν.  Στην όλη «φάση» της υπόθεσης παρεμβάλλεται περιπτωσιακά και ο τέταρτος ήρωας του έργου που είναι ο réceptionniste, δίνοντας μια ακόμη μεγαλύτερη προοπτική αμηχανίας για το «πού το πάει ο ΜακΝτόνα»…

Πραγματικά και απολύτως δικαιολογημένα, κάποιος μπορεί να σκεφτεί «… Και αυτό τώρα είναι Θέατρο και θα πρέπει εμένα να μ’ ενδιαφέρει το θέμα του; Τι μπορεί μια τέτοια παράδοξη ιστορία να μου προσφέρει;»…

Εδώ ακριβώς, στο σημείο αυτού και άλλων παρόμοιων ερωτημάτων, είναι που αρχίζει να χτίζεται η Τέχνη του πολυβραβευμένου και πολυτάλαντου Ιρλανδού συγγραφέα, σεναριογράφου και σκηνοθέτη κινηματογράφου, ο οποίος από πολύ μικρή ηλικία έτυχε σπάνιας αναγνώρισης και επιτυχίας για το σύνολο του έργου του…

Το έργο «Ο Κουλοχέρης του Σποκέιν», μπορεί να πει κανείς ότι στις ερμηνευτικές του μετα-νοηματικές προσεγγίσεις (ιδίως σε συμβολικό «επίπεδο») κινείται σε ξεχωριστά αυτονομημένα, πολυ-παραγοντικά και αναμφισβήτητα τετμημένα, ισορροπιστικά πολυ-σημειολογικά «πράγματα». Όλα αφορούν στην ουσία της βάσης της συγκρότησης της αντιληπτικότητάς μας για τον κόσμο, ή – κυρίως – για τον υποκειμενικό μας μικρόκοσμο και, ακόμη – ακόμη, για την αφετηριακή δομικά διαφοροποίηση των προσώπων (ως δρώντων υποκειμένων) λόγω χρωμοσωμάτων και κοινωνικών συνθηκών, έως το ανικανοποίητο και την εντύπωση μιας μη πραγματικής «νευροσιακής» απώλειας του περιεχομένου του φαντασιακού μας και την έξωθεν βίαιη αντικατάστασή του από το ασυνεχές απρόοπτο του παραλόγου.

 Η παραδοξότητα και η πιθανή «μαύρη» εξέλιξη των συμβάντων της ζωής – καθώς και οι κινήσεις τους πάνω στην κόψη του πραγματιστικού καινοφανούς – (τα οποία, όμως, μπορεί να είναι απολύτως ενταγμένα σε μια επιφανειακή κανονικότητα με μια δυναμική συνδυαστικότητας με το συγκροτημένο, προβλεπτό λογικό) είναι ικανή να ξεπερνά την – όποια – δική μας οριοθέτησή της, γεμίζοντάς μας εκπλήξεις για την ίδια τη ζωή.

Μοιραία, σχεδόν, αυτό το πλαίσιο μπορεί να καταλήγει και σε μία κωμωδία, με τη βαθύτερη έννοια του ότι η ίδια η «ζωή» είναι μια εξαιρετική «μαύρη κωμωδία», εφόσον μπορεί να πραγματωθεί έξω από κάθε όριο συμβατικής και κανονιστικής κοινωνικής ή προσωπικής (με την «καλή έννοια») ποδηγέτησης.

Στη συγκεκριμένη παράσταση, το έργο του ΜακΝτόνα έχει έναν υποκριτικά απολύτως ενδιαφέροντα ηθοποιό για τον ρόλο του «Κουλοχέρη», μιας και η μορφή, η κίνηση, αλλά – κυρίως – η ματιά του Τάκη Σπυριδάκη πείθει όσο τίποτ’ άλλο για το ότι ολόκληρη η «παραδοξότητα» τον αφορά σαν μια κρυφή αποστολή βίου· ο κατεξοχήν κινηματογραφιστής, ηθοποιός και σκηνοθέτης Τάκης Σπυριδάκης, που ίσως αποτελεί τη μοναδική περίπτωση «ακατάτακτου» ερμηνευτή – δημιουργού για τρεις περίπου δεκαετίες, με την ερμηνεία του στο έργο κατάφερε με μοναδικά βιωματικό τρόπο να πραγματοποιήσει κάτι που σπανίως βλέπουμε στο θέατρο: το σύνολο των φυσικών χαρακτηριστικών του – ενταγμένα με ξεχωριστό προσωπικό ερμηνευτικό τρόπο – εξαρχής συνιστά, στον τελικό συνδυασμό του, «χαρακτήρα με χρονικό βάθος», βοηθώντας τη – σοφά και έντονα αποτυπωματική – σκιαγράφηση του ρόλου του, για να μπορέσει να τον εκφράσει ιδανικά.  Με αυτόν τον «τρόπο» εξαφανίζει κάθε ενδεχόμενο να υποπέσει σε θεατρικά αμαρτήματα, όπως είναι η κάθε είδους μίμηση, όχι μόνον σ’ ό,τι αφορά τον περίεργο «Κουλοχέρη», αλλά παράλληλα και μια συνολικότερη μίμηση ενός προκάτ ύφους, έτσι ώστε να μπορεί να υπερασπιστεί – λες έως θανάτου! – τα λεγόμενα του ήρωά του, αλλά και τις πράξεις του, πείθοντάς μας για μια υπέρτατη κρυφή θεατρική ετερόδοξη εννοιολογική συνοχή της συνολικής του παρουσίας (είναι δεν είναι πάνω στη σκηνή) στο έργο.

Οι υπόλοιπες ερμηνείες, με αρκετούς θετικά ξεχωριστούς τόνους του Νίκου Χανιωτάκη παραπάνω, κινούνται όλες σε ικανοποιητικό επίπεδο, εντασσόμενες λειτουργικά και στο πνεύμα του συγγραφέα και στη σκηνοθετική άποψη, χωρίς όμως να δημιουργούν κάτι το πολύ ξεχωριστά ενδιαφέρον, πράγμα που – ωστόσο – δεν αποτελεί τροχοπέδη στο να χαρακτηριστούν ενδιαφέρουσες και να κάνουν τους θεατές να υποθέσουν πως αποτελούν μια καλή μελλοντική υποκριτική παρακαταθήκη.

Η απόσταση μεταξύ της αγγλο-σαξονικής και της ελληνικής mentalité σαφώς σε κάποια σημεία του έργου δημιουργεί μιαν αμηχανία στον θεατή, που υπερκεράζεται ανάλογα με την ποιότητα της θεατρικής του παιδείας.

Κάτι παραπάνω από σίγουρο πως η παράσταση του «Κουλοχέρη του Σποκέιν» στο Αυλαία και νέο θεατρικό τοπίο δημιουργεί και νέο «ανθρωπολογικό» χώρο ανοίγει προς μελέτην, πάντοτε – φυσικά – με την έννοια της «εκδοχής» του ενδιαφέροντος που γεννάει.

Σαν Υ.Γ.:  Δράμα και κωμωδία, ταυτόχρονα, η ζωή και καλούμαστε να τη ζήσουμε όπως και νά’ χει, προσπαθώντας και υπερβάλλοντας εαυτούς, προκειμένου να βρούμε την ισορροπία της εμφανούς τυχαιότητάς μας· μιας τυχαιότητας που μας κάνει ανήμπορους στο αποτέλεσμα των συναντήσεών μας με τους άλλους.  Ας είναι, αρκεί κάποιοι να μην μας κόψουν το χέρι και μας χαιρετήσουν μ’ αυτό…