Κριτικές παρατηρήσεις για μερικές θεατρικές παραστάσεις (του Σωτήρη Ζήκου)

1648 kritikes paratiriseis gia merikes theatrikes parastaseis tou sotiri zikou

(+) Που το έργο του Φέρντιναντ Μπρούκνερ «Η αρρώστια της νιότης» που ανεβαίνει από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία της Πέμης Ζούνη, είναι ένα πολύ καλό έργο, κλασικό θεατρικό και δεμένο στη δραματουργική του δομή και στους χαρακτήρες του, και ταυτόχρονα αιχμηρό θεματικά και μοντέρνο (όχι μεταμοντέρνο). Που ξαναβλέπεται. Σε μια παράσταση με τόσο εξπρεσιονιστικές ερμηνείες που ταυτίζεις απόλυτα τα πρόσωπα των ηθοποιών με τους ρόλους που παίζουν… μέχρι το χειροκρότημα! Που “γεφυρώνει” με έναν τρόπο μαγικό το χάσμα των γενεών, τους “πάσχοντες” εκπροσώπους μιας αλλοτινής νιότης με τους εκπροσώπους της σημερινής. 

(+) Που μετά από ένα σωρό παραστάσεις βασισμένες σε λογοτεχνικά κείμενα ή παλιά θεατρικά, είδαμε επιτέλους και ένα σύγχρονο θεατρικό, το τελευταίο έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα («Η βασίλισσα της ομορφιάς», «Πουπουλένιος», «Άγρια μοναξιά») για πρώτη φορά στην Ελλάδα με τίτλο «Ο κουλοχέρης του Σπόκεϊν» (2010). Σπουδαίο έργο! Τρελό! Με έναν Τάκη Σπυριδάκη να παίζει μέσα από αυτό που είναι και ξέρει να εκφράζεται, τον εαυτό του… Ναι, ερασιτεχνικά, με ειλικρίνεια και πάθος, ψευδίζοντας στο αξάν του! Σ’ ένα έργο που μέσα από την σουρεάλ υπερβολή του και το μαύρο χιούμορ του μας “διδάσκει” ότι μπορούμε να κολήσουμε σε προσωπικά “τραύματα” ασήμαντα, για τα οποία μπορεί να σκοτώσουμε ή να σκοτωθούμε, άνευ σοβαρού λόγου και αιτίας… Αν δεν υπήρχε το χιούμορ, άσπρο ή μαύρο, να μας λυτρώσει! 

(-) Που η θεατρική παράσταση «Ο Μουνής» βασισμένη σε ένα εκτενές διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου, ήταν χωρίς δραματουργική επεξεργασία του κειμένου και γι’ αυτό αφηγηματική, με αποτέλεσμα να μην θυμάσαι τίποτα απ΄όσα άκουσες μετά μία-δύο ώρες… 

(+) Που η ομάδα Passatempo επαναδραστηριοποιείται με το «Έγκλημα και τιμωρία» στο θέατρο ΟΡΑ,  σε διασκευή και σκηνοθεσία της Γλυκερίας Καλαϊτζή, σε μια παράσταση δυναμική που σηκώνει συζήτηση, στην οποία παράσταση εγώ -λέω- ότι θα έκοβα τον πρόλογο και την εισαγωγή… Θα έμπαινα απευθείας στο θέμα: στην ανάκριση… μετά το έγκλημα.

(-) Που όταν έχεις δει σε κινηματογραφική εκδοχή την «Αφροδίτη με γούνα» σε ευρηματική σκηνοθεσία Πολάνσκι και με εξαιρετικές ερμηνείες στους δύο ρόλους, αμφιταλαντεύσαι αν θα πρέπει δεις και την ελληνική θεατρική εκδοχή επειδή (ξέρεις ότι) η Βίκυ Παπαδοπούλου… λάμπει! Ένα έργο στοχαστικό για τις σχέσεις των δύο φύλων -διαχρονικά- αλλά και για τη μαγεία του θεάτρου, που είτε στην πρόβα ή στην επίσημη σκηνική της πραγμάτωση, οι ηθοποιοί μπορούν και μεταμορφώνονται από τη μια στιγμή στην άλλη, μπαίνοντας και βγαίνοντας από το ρόλο που αναλαμβάνουν να κατανοήσουν, να  ερμηνεύσουν, να ζωντανέψουν…

 (+) Που στην παράσταση «Ντε Σαντ. Στη Ζυστίν» με την Μάρω Παπαδοπούλου σε κείμενο και σκηνοθεσία του Τσέζαρις Γκαουζίνις, είδαμε επιτέλους τι εστί θεατρικός μονόλογος: ένας ηθοποιός μόνος του επί σκηνής να παροντοποιεί ένα ολόκληρο κόσμο στον οποίο υπάρχουν και  άλλα πρόσωπα, “δανείζοντας” τη φωνή στις φωνές τους αλλά και στις σιωπές τους…

(-) Που ενώ στο «Τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ από το ΚΘΒΕ συνετελέσθη το τόσο σπάνιο θαύμα του θεάτρου: να δέσουν ένα εξαιρετικό (ρεαλιστικό) έργο, εκπληκτικές ερμηνείες, μια άψογη (αθέατη) σκηνοθεσία και το κατάλληλο κλίμα μιας εποχής (της κρίσης) που έκανε δεκτικούς τους θεατές, πρέπει να κατέβει… λόγω προγραμματισμού -τουλάχιστον γι΄ αυτήν τη σαιζόν.. 

(+) Που στο μονόλογο «Μπετόν» ακούσαμε, σε ωραία απαγγελία, αποσπάσματα από το πεζογράφημα του Τόμας Μπέρχαρντ στην εξαιρετική μετάφραση του Αλέξανδρου Ίσαρη, από τον Πέρη Μιχαηλίδη… Τώρα αν αυτό είναι θέατρο-θέατρο, δεν μπορώ να πω!

(-) Που δεν ξέρω τι νόημα έχει να παίζεις «Μόνος με τον Άμλετ» με ακροβατικούς σκηνοθετισμούς, όταν το κοινό που προσελκύεις είναι (στην πλειονότητά του άσχετο με την σαιξπιρική παιδεία)  κυρίως “κοσμικοί” και έρχονται βασικά να δουν τον όμορφο Αιμίλιο Χειλάκη!

(+) Που ενώ το «Γλυκό πουλί της νιότης» θα μπορούσε να παίζεται σήμερα και με 2, άντε με 4 ηθοποιούς -διότι μόνο η πρώτη σκηνή και η δεύτερη πράξη είναι θέατρο, το ενδιάμεσο είναι σινεμά-  ανέβηκε από το ΚΘΒΕ με 22 ηθοποιούς (πολλά μεροκάματα) επί σκηνής…

(-) Που στην παράσταση «Ανάκριση» με τον Κώστα Καζάκο η προπαγάνδα (σοβιετικού τύπου) μετά το τέλος του έργου με τον δημοσιογράφο Μπογιόπουλο εξ άμβωνος, ήταν ακύρωση της θεατρικής πράξης που συνίσταται στο να επικοινωνεί/σημασιοδοτεί ο κάθε θεατής το έργο με το δικό του τρόπο…  

(+) Που η πιο όμορφη σκηνή της παράστασης «Η μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ από το ΚΘΒΕ, με τον Τζωρτζ και την Έμιλι και την κούνια, ήταν εκείνη που τους έφερνε ολο και πιο κοντά λικνίζοντας, με δισταγμούς και τρυφερότητα, πραγματώνοντας την επιθυμία /σημασία του πρώτου φιλιού δύο νέων που αγαπιούνται από καιρό…

(-) Που με το θεατρικό «Οι αλεπούδες» επιβεβαιώθηκε για ακόμη μια φορά πως οι νέοι, πετυχημένοι (έξω) συγγραφείς γράφουν έργα χωρίς την απαραίτητη οικονομία χώρου (αλλά και χρόνου) σαν δραματική συνθήκη  που ορίζεται / περιορίζεται τα όρια της σκηνής ενός θεάτρου, σαν να γράφουν σενάρια… Ή μπορεί να γράφονται αρχικά για σενάρια που επειδή κοστίζουν ακριβά να γυριστούν, μεταποιούνται σε θεατρικά.

(+) Που είδα το καλύτερο, απ’ όσα γνωρίζω, θεατρικό του Δημήτρη Δημητριάδη «Η ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή» σε μια τολμηρή, διόλου στατική και καθαρά παραστατική σκηνοθεσία που δεν αρκέστηκε ν’ αφήσει τα σμήνη των λέξεων του κειμένου να βουίζουν…

(+) Που στη διαδραστική περφόρμανς «Fake Time» στο πρώην Hotel Άριστον, που ανεβοκατεβαίνει από όροφο σε όροφο και από δωμάτιο σε δωμάτιο για κάθε γκρουπ επισκεπτών και τον κάθε επισκέπτη χωριστά, έπιασα “επαφή” σαν μέλος μιας ωραίας παρέας!

(+) Που στην τελευταία εκδοχή της «Golfo» η Έλενα Μαυρίδου έκανε πάλι το θαύμα της: ενώ ο Σίμος Κακάλας μας ζέστανε εισαγωγικά ως κοινό να έχουμε μια ευφρόσυνη διάθεση σε όλη την παράσταση, μόλις η Γκόλφω γίνεται βαριά θλιμένη, κανείς δεν μπορεί πια να γελάσει με τίποτα…

(-) Που το θεατρικό «Άγριος σπόρος» με τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη έφερε από τη μια σε αμηχανία το κοινό που βλέπει εμπορικές παραστάσεις και δεν έπιασε “επαφή” από την άλλη με το κοινό των εναλλακτικών / κουλτουριάρικων παραστάσεων, που σημαίνει ότι μας λείπει μια “μεσαία  θεατρικής παιδείας τάξη” απέναντι στο νέο ελληνικό έργο.

(+) Που βλέποντας την παράσταση «Φτυστός ο μακαρίτης» της Πένυς Φυλακτάκη, ανακάλυψα μια εξαιρετική  κωμική ηθοποιό (δικιά μας), την Λένα Πετροπούλου, να μεταμορφώνεται (εν θερμώ) σε τρεις διαφορετικούς ρόλους…

(-) Που παρά την δυναμική σκηνική παρουσία της Κατερίνας Διδασκάλου στο μονόλογο «Η πόρνη από πάνω» το κείμενο είχε τόσες δραματουργικές ασυνέπειες (στοιχειώδη που δεν έστεκαν) που θα έπρεπε να είχε επιστραφεί σε ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής για αρχαρίους… 

(+) Που στην παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» που είδα εγώ, η ερμηνεία της Ιωάννας Λαμνή στο παραλήρημα του Λάκυ ήταν τόσο καταλυτική που λειτούργησε σαν απινιδωτής επαναφέροντας το ρυθμό σε μια παράσταση που ξεκίνησε ασυντόνιστη…

(+) Που η παράσταση «Σύσσημον» ήταν υψηλού επιπέδου, αν και περφόρμανς περισσότερο παρά θεατρικό, όπου ο λόγος λειτουργούσε περισσότερο σαν φόρμα ήχου (χωρίς νόημα) με μια καλοδουλεμένη εκφορά λόγου, τόνο, χρώμα, ρυθμό…